← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1361

March 11, 2025

δ
ο
μ
ώ
ν
Definition noun

δομών — Γενική πληθυντικού του «δομή»: των δομών, δηλ. των οργανωτικών/κατασκευαστικών σχημάτων ή συστημάτων.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word