← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1362

March 12, 2025

τ
ι
μ
έ
ς
Definition noun

τιμές — Οι τιμές είναι τα ποσά χρημάτων που ζητούνται ή πληρώνονται για αγαθά ή υπηρεσίες.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word