← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1390

April 09, 2025

ρ
α
κ
έ
ς
Definition noun

ρακές — Παραδοσιακό δυνατό αλκοολούχο ποτό (τσικουδιά/ρακή), συνήθως από απόσταξη σταφυλιών.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word