← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1391

April 10, 2025

μ
π
ο
υ
ν
Ορισμός

μπουν — γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης