← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1442

May 31, 2025

σ
π
ά
μ
ε
Definition verb

σπάμε — «Σπάμε» = σπάζουμε κάτι, το κάνουμε να σπάσει ή να χαλάσει (π.χ. γυαλί, κανόνα, ρεκόρ).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word