June 1, 2025
βίαζε — Παρατατικός του «βιάζω»: ανάγκαζε ή πίεζε κάποιον να κάνει κάτι γρήγορα ή με το ζόρι.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης