← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1499

July 27, 2025

δ
ί
κ
τ
υ
Definition noun

δίκτυ — Δίκτυ: πλέγμα από νήματα ή σύρμα που χρησιμοποιείται για ψάρεμα ή για να συγκρατεί/καλύπτει κάτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word