← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1500

July 28, 2025

ι
δ
ρ
ό
ς
Definition noun

ιδρός — Ο ιδρώτας, το υγρό που βγαίνει από το δέρμα όταν ζεσταινόμαστε ή κουραζόμαστε.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word