← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1598

November 03, 2025

χ
ά
σ
κ
α
Definition

χάσκα — έθιμο της Κυριακής της Τυρινής κατά το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, που στέκονται σε κύκλο και με τα χέρια πίσω τους, προσπαθεί να πιάσει με το στόμα ένα αβγό, που είναι δεμένο σ' ένα σπάγκο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word