← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1599

November 04, 2025

τ
ο
μ
έ
ς
Definition

τομές — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τομή

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word