← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1628

December 03, 2025

π
ή
ζ
ε
ι
Definition verb

πήζει — Πήζει: γίνεται πηχτό ή στερεοποιείται, όπως το γάλα όταν πήζει σε γιαούρτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word