December 4, 2025
βγάλε — Προστακτική του «βγάζω»: βγάλε κάτι έξω ή αφαίρεσέ το (π.χ. ρούχο, αντικείμενο).
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης