← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1632

December 7, 2025

ρ
ι
κ
ν
ή
Ορισμός

ρικνή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ρικνός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης