← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1633

December 08, 2025

κ
λ
ί
μ
α
Definition noun

κλίμα — Οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν συνήθως σε μια περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word