← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1640

December 15, 2025

κ
α
κ
ή
ς
Definition adjective

κακής — Γενική ενικού θηλυκού του «κακή»: της κακής, δηλ. της κακόβουλης ή κακής ποιότητας.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word