← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1641

December 16, 2025

σ
ο
ρ
ο
ί
Definition noun

σοροί — Πληθυντικός του «σωρός»: στοίβες/μάζες από πράγματα ή υλικά, συνήθως άτακτα συγκεντρωμένα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word