← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1693

February 06, 2026

ά
θ
λ
ι
α
Definition

άθλια — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθλιος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word