← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1694

February 07, 2026

λ
ο
υ
ρ
ί
Definition

λουρί — για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word