← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #211

January 16, 2022

ζ
α
λ
ι
ά
Definition

ζαλιά — το φορτίο που μπορεί κάποιος να ζαλωθεί, να μεταφέρει στους ώμους του

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word