← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #212

January 17, 2022

έ
σ
ο
δ
ο
Definition

έσοδο — τα χρήματα (ή άλλες πρόσοδοι) που λαμβάνει κάποιος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word