← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #26

July 15, 2021

ν
ι
κ
ά
ν
Definition verb

νικάν — Ρήμα που σημαίνει «κερδίζω, υπερισχύω σε αγώνα ή διαγωνισμό».

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word