← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #27

July 16, 2021

σ
α
β
ά
ν
Definition noun

σαβάν — Σεντόνι ή μεγάλο ύφασμα που χρησιμοποιείται για να σκεπάζει κάτι (π.χ. κρεβάτι).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word