← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #28

July 17, 2021

α
ψ
η
φ
ώ
Definition

αψηφώ — δεν δίνω την ανάλογη σημασία σε έναν κίνδυνο ή μια απειλή ή σε κάτι δυσάρεστο, επειδή με παροτρύνει σε δράση ένα ισχυρότερο κίνητρο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word