← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #319

May 4, 2022

κ
ά
λ
β
ο
Ορισμός

κάλβο — επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης