← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #320

May 05, 2022

ζ
ώ
ν
ε
ι
Definition verb

ζώνει — Τυλίγει ή δένει κάτι γύρω από τη μέση ή το σώμα, βάζοντας ζώνη.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word