← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #329

May 14, 2022

ά
λ
ο
γ
α
Definition

άλογα — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word