← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #330

May 15, 2022

τ
ζ
ί
β
α
Definition

τζίβα — είδος άγριου και ψιλού χορταριού, με το οποίο παλαιότερα γέμιζαν μαξιλάρια και στρώματα ή από το οποίο κατασκεύαζαν σχοινί)

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word