← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #336

May 21, 2022

π
ρ
ώ
η
ν
Definition

πρώην — που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word