← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #337

May 22, 2022

ξ
η
σ
τ
ό
Definition noun

ξηστό — Ξυστό: παγωμένο γλύκισμα από τριμμένο πάγο με σιρόπι (σαν γρανίτα).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word