← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #357

June 11, 2022

μ
π
α
λ
ί
Definition noun

μπαλί — Μικρή σφαίρα από υλικό όπως μέταλλο ή πλαστικό, που χρησιμοποιείται κυρίως ως βλήμα σε όπλα.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word