← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #358

June 12, 2022

σ
ο
ρ
ώ
ν
Definition noun

σορών — Γενική πληθυντικού του «σορός»: το φέρετρο ή η λάρνακα όπου τοποθετείται νεκρός.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word