← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #368

June 22, 2022

α
σ
κ
ό
ς
Definition noun

ασκός — Δερμάτινος ή πλαστικός ασκός/σακούλα για αποθήκευση και μεταφορά υγρών, όπως κρασί ή νερό.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word