← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #369

June 23, 2022

ν
ή
σ
σ
α
Definition

νήσσα — η πάπια, μόνο στη σκωπτική έκφραση άγνωστης προέλευσης:

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word