← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #380

July 04, 2022

ζ
ί
λ
ι
α
Definition noun

ζίλια — Ζήλια: το δυσάρεστο συναίσθημα όταν φοβάσαι ότι θα χάσεις την αγάπη ή την προσοχή κάποιου σε άλλον.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word