← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #381

July 05, 2022

ζ
ά
ρ
ε
ς
Definition

ζάρες — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ζάρα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word