← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #384

July 08, 2022

α
π
α
τ
ά
Definition

απατά — γ’ ενικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος απατώ

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word