← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #385

July 09, 2022

ο
ύ
ρ
ι
ο
Definition

ούριο — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ούριος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word