← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #387

July 11, 2022

ά
ρ
ρ
ε
ν
Definition

άρρεν — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άρρην

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word