← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #388

July 12, 2022

μ
ε
λ
ι
ά
Definition

μελιά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του μελής

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word