← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #444

September 06, 2022

ά
τ
ο
κ
η
Definition

άτοκη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτοκος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word