← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #445

September 07, 2022

ρ
ά
μ
φ
η
Definition noun

ράμφη — Τα ράμφη είναι τα σκληρά, μυτερά «στόματα» των πουλιών (και ορισμένων ζώων), δηλ. τα ράμφη/μύτες τους.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word