← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #475

October 7, 2022

ά
β
α
φ
η
Ορισμός

άβαφη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άβαφος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης