October 8, 2022
δέεις — Δένεις κάτι, δηλαδή το ασφαλίζεις/στερεώνεις με κόμπο ή δέσιμο (π.χ. κορδόνια, σχοινί).
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης