← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #52

August 10, 2021

ρ
ά
β
δ
ο
Definition noun

ράβδο — Μακρύ και λεπτό ξύλο ή ραβδί που χρησιμοποιείται ως μπαστούνι ή για χτύπημα/στήριξη.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word