← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #53

August 11, 2021

φ
τ
ε
ρ
ό
Definition noun

φτερό — Το φτερό είναι το πτέρωμα ενός πουλιού, που το βοηθά να πετάει.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word