WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

βοηθώ

ρήμα

βοηθώΠαρέχω βοήθεια ή υποστήριξη σε κάποιον, τον συνδράμω.

Wiktionary →
Daily Puzzle #55 · 13 Αυγούστου 2021
·Archive
No comments yet