aɾˈɣon
Originαργόν < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική argon < αρχαία ελληνική ἀργόν, ουδέτερο του ἀργός (άεργος, που παρερμηνεύτηκε ως αδρανής, λόγω του ότι δεν αντιδρά με σχεδόν κανένα χημικό στοιχείο)
- ευγενές αέριο με ατομικό αριθμό 18 και χημικό σύμβολο το Ar
Formsαργόν(singular-only, neuter)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0