← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #62

August 20, 2021

α
ρ
γ
ό
ν
Definition noun

αργόν — Το χημικό στοιχείο αργό (Ar), άχρωμο και άοσμο ευγενές αέριο της ατμόσφαιρας.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word