← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #624

March 05, 2023

ή
μ
ε
ρ
α
Definition adjective

ήμερα — Ήμερα: ήσυχα, ήπια και χωρίς αγριότητα (για ζώο ή άνθρωπο).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word