← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #625

March 06, 2023

γ
ό
π
ε
ς
Definition

γόπες — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γόπα

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word