← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #646

March 27, 2023

ά
μ
ω
μ
η
Definition

άμωμη — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμωμος

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word